ΙΣΤΟΡΙΑ

Το στρογγυλό του Ζενέτου

ΤΑΚΗΣ ΖΕΝΕΤΟΣ – ΤΟ ΚΤΙΡΙΟ ΠΟΥ ΕΠΕΣΕ ΣΤΗ ΓΗ from Greek Architecture on Vimeo.

Το δημόσιο σχολείο του Αγίου Δημητρίου (Μπραχάμι), (γνωστό και ως Στρογγυλό λόγω του σχήματός του), σχεδιάστηκε από τον αρχιτέκτονα Τάκη χ. Ζενέτο την περίοδο 1969-1972, ενώ η κατασκευή του ξεκίνησε το 1972 και ολοκληρώθηκε το 1974. Το κτήριο αυτό έχει σχολιαστεί για το ασυνήθιστο για τα ελληνικά δεδομένα σχήμα του και για τις μπετονένιες περσίδες ηλιοπροστασίας, ενώ έχουν δημιουργηθεί αρκετές ιστορίες για το Στρογγυλό από κατοίκους της περιοχής και μαθητές.

Ο σχεδιασμός του συγκεκριμένου κτηρίου δεν αντιμετωπίσθηκε από τον Ζενέτο απλά ως μία κτηριολογική επίλυση σύμφωνα με της ανάγκες εκείνης της εποχής. Η σημαντικότερη επιδίωξή του ήταν η διατύπωση και η μακροπρόθεσμη εφαρμογή της προβληματικής του όσον αφορά το εκπαιδευτικό σύστημα, ύστερα από μία σημαντική προσωπική έρευνα διάρκειας 6 μηνών της διεθνούς εκπαίδευσης, τόσο με τη μορφή που είχε τότε όσο και με τις μεταβολές που θα υποστεί κυρίως με την εφαρμογή των νέων τεχνολογικών μέσων.

Ο Ζενέτος αντιλήφθηκε ότι το μοντέλο της γραμμικής διάταξης των αιθουσών, που συνδέονται με έναν εξωτερικό διάδρομο, «συμβατικό σύστημα που μένει αναλλοίωτο επί 150 χρόνια», είναι το μοναδικό αποδεκτό σύστημα από τον ΟΣΚ σε αντίθεση με μία ρηξικέλευθη πρόταση σχεδιασμού του κτηριολογικού προγράμματος η οποία πολύ δύσκολα θα γινόταν δεκτή, όπως και έγινε, καθώς οι αρμόδιοι του οργανισμού δέχθηκαν τη λύση του αφού μπορούσε να φιλοξενήσει και ένα παραδοσιακό σχολείο. Έτσι, διατηρεί αυτή την αρχή την οποία προσπαθεί να προσαρμόσει στην προβληματική του, χρησιμοποιώντας και ως δεδομένο ότι το κτήριο είναι ένα «εργαλείο μετάβασης» από το υπάρχον εκπαιδευτικό σύστημα σε ένα μελλοντικό. Ως εκ τούτου, το κτήριο θα έχει την απαραίτητη ευελιξία να προσαρμόζεται στις εκάστοτε αλλαγές και ανάγκες της εκπαίδευσης, κυρίως αλλαγές οι οποίες θα επηρεάζονται από την εξέλιξη της τεχνολογίας, όπως είχε ήδη προβλέψει ο Ζενέτος από εκείνη την εποχή.

Η κτηριολογική διάταξη υπαγορεύθηκε σύμφωνα με τον Ζενέτο από τα εξής 4 δεδομένα:

α)τις υπάρχουσες συνθήκες της χώρας, όσον αφορά τα τεχνο-οικονομικά μέσα για μελέτες και κατασκευές κτηρίων

β)τις μεθόδους διδασκαλίας της εποχής

γ)τις προβλεπόμενες αλλαγές των μεθόδων, των μέσων διδασκαλίας αλλά και του αριθμού των μαθητών ανά ομάδα

δ)την υψηλή διάρκεια ζωής των κατασκευών με τα υπάρχοντα μέσα

Ο νεωτερισμός που εφαρμόζει ο αρχιτέκτονας μέσω της επεξεργασίας του σχεδιασμού είναι η μετάβαση από την άκαμπτη γραμμική διάταξη των αιθουσών σε μία ευέλικτη διάταξη παράθεσης τους γύρω από έναν πυρήνα ο οποίος προβλέπεται μελλοντικά να φιλοξενήσει τα νέα οπτικοακουστικά μέσα που θα είναι απαραίτητα για τη διδασκαλία. Η επίλυση γίνεται μέσω ενός τρισδιάστατου καμπυλωμένου καννάβου που δημιουργείται από τον μπετονένιο φορέα του σχολείου και συμπληρώνεται με ελαφρά στοιχεία πλήρωσης. Αποφεύγει να χρησιμοποιήσει κινητά στοιχεία που έχουν τη δυνατότητα να ενοποιούν και να χωρίζουν τις αίθουσες μεταξύ τους, αφού θεωρεί ρεαλιστικά πως οι μεταβολές τις οποίες οραματίζεται θα αργήσουν να πραγματοποιηθούν, και χρησιμοποιεί χωρίσματα περιορισμένης διάρκειας ζωής, τα οποία μπορούν να αλλάξουν με μικρό κόστος. Όλες οι κατασκευαστικές διατάξεις που προβλέπει ο Ζενέτος επιτρέπουν την προκατασκευή ώστε να υπάρχει και εδώ πλήρης ευελιξία. Το κτήριο αποτελείται από τρεις όμοιους ορόφους καθένας από τους οποίους περιλαμβάνει τρεις τυποποιημένες μονάδες των 120-160 ατόμων. Στο κέντρο βρίσκεται ο πυρήνας ο οποίος πρόκειται μελλοντικά να πληρωθεί με τις ψηφιακές εγκαταστάσεις του σχολείου για να εξυπηρετεί κάθε μονάδα-αίθουσα του συγκροτήματος. Σήμερα, ο χώρος αυτός είναι κενός και χρησιμοποιείται ως δευτερεύον υπερυψωμένο προαύλιο, ενώ στο ισόγειο, κάτω από αυτό, βρίσκεται η αίθουσα πολλαπλών χρήσεων του συμβατικού κτηριολογικού προγράμματος. Το κτήριο τοποθετείται ως αυτόνομο αντικείμενο πάνω σε μία βάση η οποία φιλοξενεί γυμναστήρια και προαύλια και εξυπηρετεί τη μετάβαση από τη μία άκρη του οικοπέδου στην άλλη λόγω της υψομετρικής διαφοράς που υπάρχει στις εισόδους των παράλληλων δρόμων. Ένα άλλο σημαντικό στοιχείου του κτηρίου είναι οι μπετονένιες περσίδες ηλιοπροστασίας στις γυάλινες όψεις του κτηρίου που εμποδίζουν τον ενοχλητικό άμεσο φωτισμό επιτρέποντας ταυτόχρονα να υπάρχουν ιδανικές συνθήκες πλούσιου φυσικού φωτισμού.

Σύμφωνα με τον Ζενέτο η μετάβαση από το ισχύον σύστημα εκπαίδευσης στο μελλοντικό πρόκειται να πραγματοποιηθεί στο συγκεκριμένο σχολείο σε 3 φάσεις. Στην 1η φάση τοποθετούνται 3 αυτόνομες μονάδες των 160 ατόμων (40 ανά τάξη) γύρω από τον πυρήνα των μελλοντικών οπτικοακουστικών χρήσεων. Η κτηριολογική οργάνωση εξυπηρετεί τις ανάγκες του συμβατικού προγράμματος διδασκαλίας. Στη 2η φάση διατηρούνται οι 3 μονάδες με 120 άτομα (30 ανά τάξη), και προβλέπεται πειραματική λειτουργία των ψηφιακών μέσων στη διδασκαλία, ενώ στην 3η φάση υπάρχουν 2 μονάδες των 120 ατόμων (20 ανά τάξη) με πλήρη λειτουργία των νέων τεχνολογικών μέσων στη διδασκαλία.

Εκτός από τα σχέδια τα οποία ήταν απαραίτητα για την κατασκευή του σχολείου, ο Ζενέτος παράλληλα με τη μελέτη για τη μετάβαση στις διαφορετικές φάσεις εκπαίδευσης πραγματοποίησε και ένα σχέδιο στο οποίο δείχνει τις μελλοντικές πληρώσεις του ψηφιακού πυρήνα του σχολείου με χώρους κυκλωμάτων τηλεόρασης, εγκαταστάσεις ολογραφικών προπλασμάτων, χώρους τεχνικού προσωπικού κ.ά. Βέβαια, το σχέδιο αυτό είναι αντιπροσωπευτικό, αν και αρκετά επεξεργασμένο, δεν περιμένει ο Ζενέτος την πλήρη υλοποίηση του, αλλά εκφράζει τις συνθήκες και τη λογική που θεωρεί ο ίδιος πως θα υπάρχουν στην τελική φάση υλοποίησης.

Μολονότι το κτήριο στηρίζει το σχεδιασμό του στη οριζοντιογραφία, η τομή του είναι εξαιρετικά χρήσιμη και πολύτιμη. Μας δείχνει κατ’ αρχάς τη σχέση του κτηρίου με το έδαφος και το γειτνιάζων περιβάλλον. Μια πλατφόρμα ως άλλο βάθρο εγκαθίσταται στο μεγαλύτερο μέρος του οικοπέδου και ζωντανεύει την υψομετρική διαφορά που παρατηρείται κατά τη διάσταση του οικοπέδου. Το κτήριο τοποθετείται πάνω στη βάση του, και παρά το γεγονός ότι είναι κυκλικό, το κέντρο του δεν συμπίπτει με το κέντρο του οικοπέδου. Διατάσσεσαι λοιπόν έκκεντρα του οικοπέδου άρα δημιουργεί και πολλαπλές σχέσεις απόστασης-θέας-γωνίας με τον αστικό ιστό που το περιβάλει. Παράλληλα, “ζουμάροντας” στο κτήριο η τομή έχει τη δύναμη να μας προσφέρει το μέγιστο βαθμό πληροφορίας κυρίως χάριν την γεωμετρία του κύκλου. Δηλαδή σημειακά στη γραμμή τομής-ακτίνα κύκλου βλέπουμε την ακτινωτή διάρθρωση-λειτουργία του σχολείου ενώ ταυτόχρονα προβάλλεται το μισό ημικύκλιο του στρογγυλού χαρίζοντας ολιστική εικόνα για το κτήριο. Τελευταία αλλά διόλου ασήμαντη είναι η συνεισφορά της τομής στην κατανόηση της λειτουργίας των περσίδων. Το ύψος στο οποίο είναι τοποθετημένες οι περσίδες είναι αυτό που παίζει τον ιδιάζων ρόλο στη λειτουργία τους. Συγκεκριμένα βρίσκονται σε αυτό το ύψος με σκοπό την απρόσκοπτη είσοδο των ηλιακών ακτίνων κατά τη διάρκεια του χειμώνα και τον περιορισμό τους εκτός του κτηρίου τους καλοκαιρινούς μήνες.

Το σχολείου του Αγίου Δημητρίου σταδιακά άρχισε να αποκτά σημαντικές φθορές εξαιτίας της κακής κατασκευής και της ευτέλειας των υλικών. Τελικά ο ΟΣΚ αποφάσισε την ανακαίνισή του. Η μελέτη διήρκεσε από το 1999 ως το 2003 με συντονιστές τους Ι. Παπαιωάννου και Δ. Παπαλεξόπουλο, ενώ σημαντική ήταν η βοήθεια του πολιτικού μηχανικού Μ. Χριστοφίδη, συνεργάτη του Τάκη Ζενέτου στη μελέτη και κατασκευή του έργου.